φανατίζω
•
- ωθώ κάποιον στο φανατισμό, τον εξωθώ να ενεργήσει παθιασμένα, εκτός λογικής Βικιλεξικό
- φανατίζουν το λαό, τους οπαδούς
Ετυμολογία
φανατίζω < (άμεσο δάνειο) γαλλική fanatiser < λατινική fanaticus < fanum < πρωτοϊταλική *fasno- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰh₁s-no-
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φανατίζω | φανατίζεις | φανατίζει | φανατίζουμε | φανατίζετε | φανατίζουν / φανατίζουνε |
| Παρατατικός | φανάτιζα | φανάτιζες | φανάτιζε | φανατίζαμε | φανατίζατε | φανάτιζαν / φανατίζαν / φανατίζανε |
| Αόριστος | φανάτισα | φανάτισες | φανάτισε | φανατίσαμε | φανατίσατε | φανάτισαν / φανατίσαν / φανατίσανε |
| Μέλλοντας | θα φανατίζω / θα φανατίσω | θα φανατίζεις / θα φανατίσεις | θα φανατίζει / θα φανατίσει | θα φανατίζουμε / θα φανατίσουμε | θα φανατίζετε / θα φανατίσετε | θα φανατίζουν / θα φανατίζουνε / θα φανατίσουν / θα φανατίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φανατίσει | έχεις φανατίσει | έχει φανατίσει | έχουμε φανατίσει | έχετε φανατίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φανατίσει | είχες φανατίσει | είχε φανατίσει | είχαμε φανατίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φανατίσει / να φανατίζω / να φανατίσω | να έχεις φανατίσει / να φανατίζεις / να φανατίσεις | να έχει φανατίσει / να φανατίζει / να φανατίσει | να έχουμε φανατίσει / να φανατίζουμε / να φανατίσουμε | να έχετε φανατίσει / να φανατίζετε / να φανατίσετε | να φανατίζουν / να φανατίζουνε / να φανατίσουν / να φανατίσουνε |
| Προστακτική | — | φανάτιζε / φανάτισε | — | — | φανατίζετε / φανατίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →