φανελοποιία
•
- ο παραγωγικός κλάδος (βιομηχανικός ή βιοτεχνικός) που ασχολείται με την παραγωγή φανελών, που έχει ως αντικείμενο την κατασκευής φανελών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φανελοποιία < φανελοποιός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φανελοποιία | φανελοποιίες |
| Γενική | φανελοποιίας | φανελοποιιών |
| Αιτιατική | φανελοποιία | φανελοποιίες |
| Κλητική | φανελοποιία | φανελοποιίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →