φανελοποιός
•
- επάγγελμαεκείνος που ασχολείται με την κατασκευή ή παραγωγή φανέλας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φανελοποιός < φανέλ(α) + -ο- + -ποιός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φανελοποιός | φανελοποιοί |
| Γενική | φανελοποιού | φανελοποιών |
| Αιτιατική | φανελοποιό | φανελοποιούς |
| Κλητική | φανελοποιέ | φανελοποιοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →