Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαντασμαγορικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη φαντασμαγορία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φαντασμαγορικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική fantasmagorique < fantasmagorie < αρχαία ελληνική φάντασμα (< φαντάζω < φαίνω) + allégorie (< αρχαία ελληνική ἀλληγορία)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφαντασμαγορικόςφαντασμαγορικήφαντασμαγορικό
Γενικήφαντασμαγορικούφαντασμαγορικήςφαντασμαγορικού
Αιτιατικήφαντασμαγορικόφαντασμαγορικήφαντασμαγορικό
Κλητικήφαντασμαγορικέφαντασμαγορικήφαντασμαγορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφαντασμαγορικοίφαντασμαγορικέςφαντασμαγορικά
Γενικήφαντασμαγορικώνφαντασμαγορικώνφαντασμαγορικών
Αιτιατικήφαντασμαγορικούςφαντασμαγορικέςφαντασμαγορικά
Κλητικήφαντασμαγορικοίφαντασμαγορικέςφαντασμαγορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →