φανφάρα
•
- σύντομο μουσικό κομμάτι που είναι γραμμένο για να εκετελεστεί από χάλκινα πνευστά όργανα (τρομπέτες κ.ά.) και προορίζεται να ακουστεί σε κάποια γιορτή ή πανηγύρι Βικιλεξικό
- Η φανφάρα γράφεται στους φυσικούς αρμονικούς φθόγγους της σάλπιγγας
- μπάντα ή ορχήστρα που απαρτίζεται κυρίως από σαλπιγκτές Βικιλεξικό
- Μπροστά πήγαινε η εικόνα, πίσω η φανφάρα και πιο πίσω οι πιστοί
- μεταφορικάο πομπώδης λόγος πολιτικού ή γενικά ο κομπασμός και ο άτοπος στόμφος ενός (συν)ομιλητή Βικιλεξικό
- Άσε τις φανφάρες και λέγε τώρα τι θα κάνουμε, γιατί καιγόμαστε
Ετυμολογία
φανφάρα < ιταλική fanfara (σάλπισμα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φανφάρα | φανφάρες |
| Γενική | φανφάρας | φανφαρών |
| Αιτιατική | φανφάρα | φανφάρες |
| Κλητική | φανφάρα | φανφάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →