φανφαρονισμός
•
- ο επουσιωδης κομπασμός, τα μεγάλα λόγια χωρίς αντίκρυσμα ουσίας τα οποία εκφέρονται για λόγους εντυπωσιασμού, ο πομπώδης προφορικός λόγος Βικιλεξικό
- η γενικότερη συμπεριφορά που συνάδει με τον προφορικό φανφαρονισμό, αυτή που επιδώκει τον απλοϊκό εντυπωσιασμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φανφαρονισμός < φανφαρόνος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φανφαρονισμός | φανφαρονισμοί |
| Γενική | φανφαρονισμού | φανφαρονισμών |
| Αιτιατική | φανφαρονισμό | φανφαρονισμούς |
| Κλητική | φανφαρονισμέ | φανφαρονισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →