Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φανφαρονισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο επουσιωδης κομπασμός, τα μεγάλα λόγια χωρίς αντίκρυσμα ουσίας τα οποία εκφέρονται για λόγους εντυπωσιασμού, ο πομπώδης προφορικός λόγος Βικιλεξικό
  2. η γενικότερη συμπεριφορά που συνάδει με τον προφορικό φανφαρονισμό, αυτή που επιδώκει τον απλοϊκό εντυπωσιασμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φανφαρονισμός < φανφαρόνος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφανφαρονισμόςφανφαρονισμοί
Γενικήφανφαρονισμούφανφαρονισμών
Αιτιατικήφανφαρονισμόφανφαρονισμούς
Κλητικήφανφαρονισμέφανφαρονισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →