Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαρισαϊκός

/fa.ɾi.sa.iˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανήκει ή αναφέρεται στους φαρισαίους Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου μοιάζει με συμπεριφορά φαρισαίου, που χαρακτηρίζεται από εμμονή στους εξωτερικούς τύπους Βικιλεξικό
  3. ≈ συνώνυμα: υποκριτικός, διπρόσωπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φαρισαϊκός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Φαρισαϊκός < Φαρισαῖ(ος) + -κός. Συγχρονικά αναλύεται σε φαρισα(ίος) + -ικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφαρισαϊκόςφαρισαϊκήφαρισαϊκό
Γενικήφαρισαϊκούφαρισαϊκήςφαρισαϊκού
Αιτιατικήφαρισαϊκόφαρισαϊκήφαρισαϊκό
Κλητικήφαρισαϊκέφαρισαϊκήφαρισαϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφαρισαϊκοίφαρισαϊκέςφαρισαϊκά
Γενικήφαρισαϊκώνφαρισαϊκώνφαρισαϊκών
Αιτιατικήφαρισαϊκούςφαρισαϊκέςφαρισαϊκά
Κλητικήφαρισαϊκοίφαρισαϊκέςφαρισαϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →