Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαρισαϊσμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. υποκρισία, η συμπεριφορά του φαρισαίου, εκείνη που τυπικά υπηρετεί ένα σκοπό, αλλά στην πραγματικότητα τον φθείρει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φαρισαϊσμός < Φαρισαίος + -ισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφαρισαϊσμόςφαρισαϊσμοί
Γενικήφαρισαϊσμούφαρισαϊσμών
Αιτιατικήφαρισαϊσμόφαρισαϊσμούς
Κλητικήφαρισαϊσμέφαρισαϊσμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →