φαρμακογνωστικός
•
- σχετικός με την επιστήμη της φαρμακογνωσίας, τη μελέτη κυρίως φυσικών πηγών για την εύρεση φαρμάκων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαρμακογνωστικός < φαρμακογνωσία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαρμακογνωστικός | φαρμακογνωστική | φαρμακογνωστικό |
| Γενική | φαρμακογνωστικού | φαρμακογνωστικής | φαρμακογνωστικού |
| Αιτιατική | φαρμακογνωστικό | φαρμακογνωστική | φαρμακογνωστικό |
| Κλητική | φαρμακογνωστικέ | φαρμακογνωστική | φαρμακογνωστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαρμακογνωστικοί | φαρμακογνωστικές | φαρμακογνωστικά |
| Γενική | φαρμακογνωστικών | φαρμακογνωστικών | φαρμακογνωστικών |
| Αιτιατική | φαρμακογνωστικούς | φαρμακογνωστικές | φαρμακογνωστικά |
| Κλητική | φαρμακογνωστικοί | φαρμακογνωστικές | φαρμακογνωστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →