αγγλικά
•
- γλώσσαη αγγλική γλώσσα που ανήκει στην οικογένεια των γερμανικών γλωσσών Βικιλεξικό
- το αντίστοιχο μάθημα στο σχολείο Βικιλεξικό
- Με τα αγγλικά άνοιξε το Σάββατο η αυλαία των ειδικών μαθημάτων στις Πανελλαδικές Εξετάσεις.
Ετυμολογία
αγγλικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αγγλικόςστον πληθυντικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγλικά | αγγλικά |
| Γενική | — | αγγλικών |
| Αιτιατική | — | αγγλικά |
| Κλητική | — | αγγλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →