φαρμακόγλωσσα
•
- το άτομο που κακολογεί, πληγώνει τους άλλους με όσα λέει, δεν έχει να πει καλή κουβέντα για κανέναν, δυσφημεί με προθυμία Βικιλεξικό
- η γλώσσα της στάζει φαρμάκι, είναι φαρμακόγλωσσα
- λέξη που χρησιμοποιούμε για να ξορκίσουμε κάτι κακό, ακόμα κι αν αυτός που κάνει μια δυσοίωνη πρόβλεψη είναι καλοπροαίρετος, δεν έχει την πρόθεση να πει κάτι δυσάρεστο Βικιλεξικό
- - Θα πάθεις έμφραγμα τόσο που καπνίζεις! - Πάψε φαρμακόγλωσσα!
Ετυμολογία
φαρμακόγλωσσα < φαρμάκι + -ο- + γλώσσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φαρμακόγλωσσα | φαρμακόγλωσσες |
| Γενική | φαρμακόγλωσσας | φαρμακογλωσσών |
| Αιτιατική | φαρμακόγλωσσα | φαρμακόγλωσσες |
| Κλητική | φαρμακόγλωσσα | φαρμακόγλωσσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →