Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φασικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με φάση ή αναφέρεται σʼ αυτή (που δηλώνει ιδιότητα ή μέγεθος το οποίο εξαρτάται από τη θέση ενός κύματος στον κύκλο της ταλάντωσής του· χρησιμοποιείται για να περιγράψει διαφορές, σχέσεις ή μεταβολές που προκύπτουν από τη φάση) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φασικός < φάση + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική phase / phasial)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφασικόςφασικήφασικό
Γενικήφασικούφασικήςφασικού
Αιτιατικήφασικόφασικήφασικό
Κλητικήφασικέφασικήφασικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφασικοίφασικέςφασικά
Γενικήφασικώνφασικώνφασικών
Αιτιατικήφασικούςφασικέςφασικά
Κλητικήφασικοίφασικέςφασικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →