φασικός
•
- που έχει σχέση με φάση ή αναφέρεται σʼ αυτή (που δηλώνει ιδιότητα ή μέγεθος το οποίο εξαρτάται από τη θέση ενός κύματος στον κύκλο της ταλάντωσής του· χρησιμοποιείται για να περιγράψει διαφορές, σχέσεις ή μεταβολές που προκύπτουν από τη φάση) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φασικός < φάση + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική phase / phasial)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φασικός | φασική | φασικό |
| Γενική | φασικού | φασικής | φασικού |
| Αιτιατική | φασικό | φασική | φασικό |
| Κλητική | φασικέ | φασική | φασικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φασικοί | φασικές | φασικά |
| Γενική | φασικών | φασικών | φασικών |
| Αιτιατική | φασικούς | φασικές | φασικά |
| Κλητική | φασικοί | φασικές | φασικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →