φασκελώνομαι
•
- ρίχνω στον εαυτό μου μούτζα, μου δίνω ένα φάσκελο, ασκώ κάπως ακραία αυτοκριτική για ένα λαθος μου χρησιμοποιώντας την αντίστοιχη λαϊκή υβριστική χειρονομία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φασκελώνομαι < παθητιή φωνή του φασκελώνω < σφακελώνω < σφάκελο < σφάκελος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →