φασκέλωμα
•
- η ενέργεια του φασκελώνω, το να κάνει κάποιος τη χειρονομία της ανοιχτής παλάμης Βικιλεξικό
- Ὁ διά τῆς κινήσεως τῆς παλάμης κατά πρόσωπόν τινος ἐξευτελισμός αὐτοῦ εἴτε ἐξ ἀγανακτήσεως, εἴτε πρός ἀνάγωγον ἀστειότητα καλεῖται καί μούντζωμα (ἐν Μακεδονία, Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ) καὶ φασκέλωμα ἀλλαχοῦ. Ιωάννης Τσικοπούλης, Μελέτη περί λεξικού της καθ' ημάς δημοτικής γλώσσας, 1892, σελ. 28
Ετυμολογία
φασκέλωμα < μεσαιωνική ελληνική σφακέλωμα < σφασκελώνω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φασκέλωμα | φασκελώματα |
| Γενική | φασκελώματος | φασκελωμάτων |
| Αιτιατική | φασκέλωμα | φασκελώματα |
| Κλητική | φασκέλωμα | φασκελώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →