Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φατνιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τα φατνία Βικιλεξικό
  2. γλωσσολογίαπου παράγεται όταν η γλώσσα ακουμπά τα φατνία των επάνω δοντιών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φατνιακός < φατνίο

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφατνιακόςφατνιακήφατνιακό
Γενικήφατνιακούφατνιακήςφατνιακού
Αιτιατικήφατνιακόφατνιακήφατνιακό
Κλητικήφατνιακέφατνιακήφατνιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφατνιακοίφατνιακέςφατνιακά
Γενικήφατνιακώνφατνιακώνφατνιακών
Αιτιατικήφατνιακούςφατνιακέςφατνιακά
Κλητικήφατνιακοίφατνιακέςφατνιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →