φάτνη
•
- λόγιοτο παχνί, η κατασκευή που χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση τροφής ζώων Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη φάτνη που χρησιμοποιήθηκε για κούνια του νεογέννητου Χριστού Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηδιόραμα θείας φάτνης, κάθε αναπαράσταση του στάβλου που γεννήθηκε ο Χριστός, στην οποία συνυπάρχουν τουλάχιστον το Θείο Βρέφος και η Παναγία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φάτνη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φάτνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φάτνη | φάτνες |
| Γενική | φάτνης | φατνών |
| Αιτιατική | φάτνη | φάτνες |
| Κλητική | φάτνη | φάτνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →