φατριάζω
•
- σχηματίζω φατρίες, αδελφότητες, και επιδιώκω την υλοποίηση των ιδιοτελών συμφερόντων τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φατριάζω < φατρί(α) + -άζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φατριάζω | φατριάζεις | φατριάζει | φατριάζουμε | φατριάζετε | φατριάζουν / φατριάζουνε |
| Παρατατικός | φατρίαζα | φατρίαζες | φατρίαζε | φατριάζαμε | φατριάζατε | φατρίαζαν / φατριάζαν / φατριάζανε |
| Αόριστος | φατρίασα | φατρίασες | φατρίασε | φατριάσαμε | φατριάσατε | φατρίασαν / φατριάσαν / φατριάσανε |
| Μέλλοντας | θα φατριάζω / θα φατριάσω | θα φατριάζεις / θα φατριάσεις | θα φατριάζει / θα φατριάσει | θα φατριάζουμε / θα φατριάσουμε | θα φατριάζετε / θα φατριάσετε | θα φατριάζουν / θα φατριάζουνε / θα φατριάσουν / θα φατριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φατριάσει | έχεις φατριάσει | έχει φατριάσει | έχουμε φατριάσει | έχετε φατριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φατριάσει | είχες φατριάσει | είχε φατριάσει | είχαμε φατριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φατριάσει / να φατριάζω / να φατριάσω | να έχεις φατριάσει / να φατριάζεις / να φατριάσεις | να έχει φατριάσει / να φατριάζει / να φατριάσει | να έχουμε φατριάσει / να φατριάζουμε / να φατριάσουμε | να έχετε φατριάσει / να φατριάζετε / να φατριάσετε | να φατριάζουν / να φατριάζουνε / να φατριάσουν / να φατριάσουνε |
| Προστακτική | — | φατρίαζε / φατρίασε | — | — | φατριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
φατριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →