φατρία
•
- ομάδα ενταγμένη τυπικά σε ένα σύνολο με συγκεκριμένους στόχους, η οποία όμως επιδιώκει τους δικούς της ιδιοτελείς σκοπούς Βικιλεξικό
- φατρία κομματική, φατρίες σε δημόσιες υπηρεσίες, φατρίες στο συνδικαλισμό
Ετυμολογία
φατρία < ελληνιστική κοινή φατρία < αρχαία ελληνική φρατρία < φράτρα < πρωτοελληνική *pʰrā́tēr < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰréh₂tēr (αδερφός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φατρία | φατρίες |
| Γενική | φατρίας | φατριών |
| Αιτιατική | φατρία | φατρίες |
| Κλητική | φατρία | φατρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →