φατριακός
•
- που έχει σχέση με φατρία, ανήκει σ’ αυτήν ή αναφέρεται σ’ αυτήν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φατριακός < φατρί(α) + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φατριακός | φατριακή | φατριακό |
| Γενική | φατριακού | φατριακής | φατριακού |
| Αιτιατική | φατριακό | φατριακή | φατριακό |
| Κλητική | φατριακέ | φατριακή | φατριακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φατριακοί | φατριακές | φατριακά |
| Γενική | φατριακών | φατριακών | φατριακών |
| Αιτιατική | φατριακούς | φατριακές | φατριακά |
| Κλητική | φατριακοί | φατριακές | φατριακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →