Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φατριαστής

/fa.tɾi.aˈstis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που είναι ενταγμένος σε φατρίες ή ανακατεύεται μ’ αυτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φατριαστής < φατριάζ(ω) + -τής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφατριαστήςφατριαστές
Γενικήφατριαστήφατριαστών
Αιτιατικήφατριαστήφατριαστές
Κλητικήφατριαστήφατριαστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →