φαυλοκρατία
•
- διαφθοράη επικράτηση των φαύλων στη δημόσια ζωή ή σε ένα μεγάλο οργανισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαυλοκρατία < φαυλοκράτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φαυλοκρατία | φαυλοκρατίες |
| Γενική | φαυλοκρατίας | φαυλοκρατιών |
| Αιτιατική | φαυλοκρατία | φαυλοκρατίες |
| Κλητική | φαυλοκρατία | φαυλοκρατίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →