αξιοκρατία
•
- το να επιλέγονται οι πιο άξιοι και ικανοί για μία θέση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αξιοκρατία < αξιο- (<άξιος) + -κρατία (<κρατώ) ((μεταφραστικό δάνειο) (αγγλικά) meritocracy)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αξιοκρατία | αξιοκρατίες |
| Γενική | αξιοκρατίας | αξιοκρατιών |
| Αιτιατική | αξιοκρατία | αξιοκρατίες |
| Κλητική | αξιοκρατία | αξιοκρατίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →