φείδομαι
•
- λόγιοτσιγκουνεύομαι, διστάζω να δώσω, κάνω οικονομία, δείχνω συγκράτηση Βικιλεξικό
- δεν φείδομαι χρημάτων
- φείδου χρόνου (μη σπαταλάς το χρόνο σου)
Ετυμολογία
φείδομαι < αρχαία ελληνική φείδομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →