Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φειδώ

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη λελογισμένη χρήση αγαθών, η οικονομία, το μέτρο όσον αφορά στην κατανάλωση Βικιλεξικό
    • Η κατανάλωση νερού και ρεύματος, πρέπει να γίνεται με φειδώ κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Ετυμολογία

φειδώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φειδώ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφειδώ—
Γενικήφειδούς / φειδώς—
Αιτιατικήφειδώ—
Κλητικήφειδώ—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →