φελιάζω
•
- ιδιωματικόράβω μπάλωμα σε ένδυμα Βικιλεξικό
- ιδιωματικόσυνδέω, εφαρμόζω, συναρμόζω, ταιριάζω Βικιλεξικό
- ιδιωματικόμπολιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φελιάζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φελιάζω | φελιάζεις | φελιάζει | φελιάζουμε | φελιάζετε | φελιάζουν / φελιάζουνε |
| Παρατατικός | φέλιαζα | φέλιαζες | φέλιαζε | φελιάζαμε | φελιάζατε | φέλιαζαν / φελιάζαν / φελιάζανε |
| Αόριστος | φέλιασα | φέλιασες | φέλιασε | φελιάσαμε | φελιάσατε | φέλιασαν / φελιάσαν / φελιάσανε |
| Μέλλοντας | θα φελιάζω / θα φελιάσω | θα φελιάζεις / θα φελιάσεις | θα φελιάζει / θα φελιάσει | θα φελιάζουμε / θα φελιάσουμε | θα φελιάζετε / θα φελιάσετε | θα φελιάζουν / θα φελιάζουνε / θα φελιάσουν / θα φελιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φελιάσει | έχεις φελιάσει | έχει φελιάσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φελιάσει | είχες φελιάσει | είχε φελιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φελιάσει / να φελιάζω / να φελιάσω | να έχεις φελιάσει / να φελιάζεις / να φελιάσεις | να έχει φελιάσει / να φελιάζει / να φελιάσει | να φελιάζουμε / να φελιάσουμε | να φελιάζετε / να φελιάσετε | να φελιάζουν / να φελιάζουνε / να φελιάσουν / να φελιάσουνε |
| Προστακτική | — | έχε φελιασμένο / φέλιαζε / φέλιασε | — | — | φελιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
φελιάστηκαφελιάζομαιφελιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →