φεσώνω
•
- παραχρεώνω πελάτη μου συνήθως αδικαιολόγητα Βικιλεξικό
- δεν εξοφλώ δάνειο, οφειλή Βικιλεξικό
- Αφού δεν έχω μία, θα τους φεσώσω κανονικά
- επιβαρύνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φεσώνω < φέσι (με την έννοια της ανεξόφλητης οφειλής) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φεσώνω | φεσώνεις | φεσώνει | φεσώνουμε | φεσώνετε | φεσώνουν / φεσώνουνε |
| Παρατατικός | φέσωνα | φέσωνες | φέσωνε | φεσώναμε | φεσώνατε | φέσωναν / φεσώναν / φεσώνανε |
| Αόριστος | φέσωσα | φέσωσες | φέσωσε | φεσώσαμε | φεσώσατε | φέσωσαν / φεσώσαν / φεσώσανε |
| Μέλλοντας | θα φεσώνω / θα φεσώσω | θα φεσώνεις / θα φεσώσεις | θα φεσώνει / θα φεσώσει | θα φεσώνουμε / θα φεσώσουμε | θα φεσώνετε / θα φεσώσετε | θα φεσώνουν / θα φεσώνουνε / θα φεσώσουν / θα φεσώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φεσώσει | έχεις φεσώσει | έχει φεσώσει | έχουμε φεσώσει | έχετε φεσώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φεσώσει | είχες φεσώσει | είχε φεσώσει | είχαμε φεσώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φεσώσει / να φεσώνω / να φεσώσω | να έχεις φεσώσει / να φεσώνεις / να φεσώσεις | να έχει φεσώσει / να φεσώνει / να φεσώσει | να έχουμε φεσώσει / να φεσώνουμε / να φεσώσουμε | να έχετε φεσώσει / να φεσώνετε / να φεσώσετε | να φεσώνουν / να φεσώνουνε / να φεσώσουν / να φεσώσουνε |
| Προστακτική | — | φέσωνε / φέσωσε | — | — | φεσώνετε / φεσώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →