φέσι
•
- είδος κόκκινου καπέλου, άλλοτε επίσημου στην οθωμανική αυτοκρατορία, την Αίγυπτο, τη Τυνησία και το Μαρόκο (λευκό) Βικιλεξικό
- Ακριτικό τραγούδι από τη Δ. Μακεδονία, ※ ebooks.edu.gr Νέα Ελληνικά Β' ΕΠΑ.Λ. Γενικής Παιδείας, ημερομηνία ανάκτησης: 24-12-2024
- Κατάρα σ' ὅ,τι κάλυμμα ἡ κεφαλὴ φορέσῃ,
- ψηλὸ καπέλο ψάθινο, καστόρι, σκούφια, φέσι,
- κι' εἰς ὅ,τι τὰ ποδάρια μας κοσμεῖ καὶ περιβάλλει,
- παντοῦφλα, καραμάντουλο, τσαροῦχι καὶ στιβάλι.
- ενδυμασίαείδος κόκκινου σκούφου με φούντα που έφεραν παλαιότερα άνδρες και γυναίκες και που συνεχίζουν να φέρουν οι τσολιάδες Βικιλεξικό
- στὴν κεφαλὴ μ’ ἕνα φέσι μεγάλο, τσακισμένο πίσω μὲ μακρυὰ φούντα καὶ δεμένο μὲ μαντῆλι χρωματιστό, κεντημένο γύρω γύρω μὲ μπιμπίλες σὰν γυναῖκα. (Παναγιώτης Αξιώτης, Διηγήματα, Ο Παππά Συνέσιος, 1899)
- μεγάλο χρέος που αφήνει κάποιος ανεξόφλητο Βικιλεξικό
- οικείομεθυσμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φέσι < (άμεσο δάνειο) τουρκική fes + -ι < περσική فينه
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φέσι | φέσια |
| Γενική | φεσιού | φεσιών |
| Αιτιατική | φέσι | φέσια |
| Κλητική | φέσι | φέσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →