Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φέσι

/ˈfe.si/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. είδος κόκκινου καπέλου, άλλοτε επίσημου στην οθωμανική αυτοκρατορία, την Αίγυπτο, τη Τυνησία και το Μαρόκο (λευκό) Βικιλεξικό
    • Ακριτικό τραγούδι από τη Δ. Μακεδονία, ※ ebooks.edu.gr Νέα Ελληνικά Β' ΕΠΑ.Λ. Γενικής Παιδείας, ημερομηνία ανάκτησης: 24-12-2024
    • Κατάρα σ' ὅ,τι κάλυμμα ἡ κεφαλὴ φορέσῃ,
    • ψηλὸ καπέλο ψάθινο, καστόρι, σκούφια, φέσι,
    • κι' εἰς ὅ,τι τὰ ποδάρια μας κοσμεῖ καὶ περιβάλλει,
    • παντοῦφλα, καραμάντουλο, τσαροῦχι καὶ στιβάλι.
  2. ενδυμασίαείδος κόκκινου σκούφου με φούντα που έφεραν παλαιότερα άνδρες και γυναίκες και που συνεχίζουν να φέρουν οι τσολιάδες Βικιλεξικό
    • στὴν κεφαλὴ μ’ ἕνα φέσι μεγάλο, τσακισμένο πίσω μὲ μακρυὰ φούντα καὶ δεμένο μὲ μαντῆλι χρωματιστό, κεντημένο γύρω γύρω μὲ μπιμπίλες σὰν γυναῖκα. (Παναγιώτης Αξιώτης, Διηγήματα, Ο Παππά Συνέσιος, 1899)
  3. μεγάλο χρέος που αφήνει κάποιος ανεξόφλητο Βικιλεξικό
  4. οικείομεθυσμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φέσι < (άμεσο δάνειο) τουρκική fes + -ι < περσική فينه

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφέσιφέσια
Γενικήφεσιούφεσιών
Αιτιατικήφέσιφέσια
Κλητικήφέσιφέσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →