φετιχισμός
•
- θρησκείαη θρησκευτική λατρεία ή εκδήλωση που σχετίζεται με τα φετίχ Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη υπερβολική προσήλωση σε υλικά αντικείμενα και αγαθά τα οποία με αυτόν το τρόπο μετατρέπονται σε φετίχ Βικιλεξικό
- ψυχολογίαη σεξουαλική εμμονή με αντικείμενα που σχετίζονται με το ποθούμενο πρόσωπο ή χρησιμοποιούνται στην ερωτική πράξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φετιχισμός < οπτικό δάνειο από τη γαλλική fétichisme < fétiche (φετίχ) + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φετιχισμός | φετιχισμοί |
| Γενική | φετιχισμού | φετιχισμών |
| Αιτιατική | φετιχισμό | φετιχισμούς |
| Κλητική | φετιχισμέ | φετιχισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →