φετίχ
•
- αντικείμενο ή πλάσμα (συνήθως ζώο) που λατρεύεται από διάφορους πολιτισμούς για τις υπερφυσικές του ιδιότητες Βικιλεξικό
- η σεξουαλική έλξη από κάτι ερωτικό ή μη Βικιλεξικό
- μεταφορικάη απόδοση ανύπαρκτων ιδιοτήτων σε ένα αντικείμενο, συχνά -αλλά όχι πάντα- για ερωτική ικανοποίηση Βικιλεξικό
- το φετίχ του είναι οι κόκκινες γόβες (τον διεγείρουν σεξουαλικά)
- το φετίχ τους είναι το χρήμα (το λατρεύουν σαν κάτι θεϊκό)
- Ούτε το ευρώ ούτε η δραχμή μπορεί να είναι φετίχ. (Εφημερίδα Καθημερινή, 30/3/2013)
Ετυμολογία
φετίχ < (άμεσο δάνειο) γαλλική fétiche (προφορά: fe.tiʃ) < πορτογαλική feitiço (ξόρκι) < λατινική facticius < factus + -icius < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος facio < πρωτοϊταλική *fakiō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰeh₁- (θέτω, βάζω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →