Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φετιχιστής

/fe.ti.çiˈstis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που θεωρεί ότι το φετίχ είναι μαγικό κι έχει υπερφυσικές δυνάμεις Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηαυτός που υπερεκτιμά κάποια αντικείμενα ή ενασχολήσεις, που ασχολείται περισσότερο μ’ αυτά ή γι’ αυτά Βικιλεξικό
  3. ψυχολογίααυτός που διεγείρεται σεξουαλικά με προσωπικά αντικείμενα του προσώπου που έχει ερωτευτεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φετιχιστής < οπτικό δάνειο από τη γαλλική fétichiste (προφορά: fe.ti.ʃist) < fétiche (φετίχ) + -ιστής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφετιχιστήςφετιχιστές
Γενικήφετιχιστήφετιχιστών
Αιτιατικήφετιχιστήφετιχιστές
Κλητικήφετιχιστήφετιχιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →