Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φετιχιστικός

/fe.ti.çi.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον φετιχισμό ή τον φετιχιστή ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φετιχιστικός < φετιχιστ(ής) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφετιχιστικόςφετιχιστικήφετιχιστικό
Γενικήφετιχιστικούφετιχιστικήςφετιχιστικού
Αιτιατικήφετιχιστικόφετιχιστικήφετιχιστικό
Κλητικήφετιχιστικέφετιχιστικήφετιχιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφετιχιστικοίφετιχιστικέςφετιχιστικά
Γενικήφετιχιστικώνφετιχιστικώνφετιχιστικών
Αιτιατικήφετιχιστικούςφετιχιστικέςφετιχιστικά
Κλητικήφετιχιστικοίφετιχιστικέςφετιχιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →