φετιχιστικός
•
- που έχει σχέση με τον φετιχισμό ή τον φετιχιστή ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φετιχιστικός < φετιχιστ(ής) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φετιχιστικός | φετιχιστική | φετιχιστικό |
| Γενική | φετιχιστικού | φετιχιστικής | φετιχιστικού |
| Αιτιατική | φετιχιστικό | φετιχιστική | φετιχιστικό |
| Κλητική | φετιχιστικέ | φετιχιστική | φετιχιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φετιχιστικοί | φετιχιστικές | φετιχιστικά |
| Γενική | φετιχιστικών | φετιχιστικών | φετιχιστικών |
| Αιτιατική | φετιχιστικούς | φετιχιστικές | φετιχιστικά |
| Κλητική | φετιχιστικοί | φετιχιστικές | φετιχιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →