φθίνω
•
- μειώνομαι, ελαττώνομαι Βικιλεξικό
- Φθίνων μηνίσκος (μία από τις φάσεις της Σελήνης)
- χάνω τις δυνάμεις μου, παρακμάζω Βικιλεξικό
- φθίνω επαγγελματικά και δε βρίσκω δουλειά, αλλά δε βγάζω και σύνταξη
Ετυμολογία
φθίνω < αρχαία ελληνική φθίνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →