φθίση
•
- ιατρικήη φυματίωση Βικιλεξικό
- σταδιακή φθορά, κατάπτωση, ελάττωση Βικιλεξικό
- ατροφία, μαρασμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φθίση < αρχαία ελληνική φθίσις < φθίω / φθίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φθίση | φθίσεις |
| Γενική | φθίσης | φθίσεων |
| Αιτιατική | φθίση | φθίσεις |
| Κλητική | φθίση | φθίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →