Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φθινοπωρινός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συμβαίνει κατά το φθινόπωρο ή σχετικό με αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φθινοπωρινός < αρχαία ελληνική φθινοπωρινός < φθινόπωρον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφθινοπωρινόςφθινοπωρινήφθινοπωρινό
Γενικήφθινοπωρινούφθινοπωρινήςφθινοπωρινού
Αιτιατικήφθινοπωρινόφθινοπωρινήφθινοπωρινό
Κλητικήφθινοπωρινέφθινοπωρινήφθινοπωρινό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφθινοπωρινοίφθινοπωρινέςφθινοπωρινά
Γενικήφθινοπωρινώνφθινοπωρινώνφθινοπωρινών
Αιτιατικήφθινοπωρινούςφθινοπωρινέςφθινοπωρινά
Κλητικήφθινοπωρινοίφθινοπωρινέςφθινοπωρινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →