φθογγολογία
•
- γλωσσολογίαγλωσσολογικός όρος που αναφερόταν στη μελέτη της άρθρωσης και των μεταβολών των φθόγγων, πριν αντικατασταθεί από τη φωνητική και τη φωνολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φθογγολογία < φθόγγ(ος) + -ο- + -λογία (απόδοση για τη γερμανική Lautlehre)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φθογγολογία | φθογγολογίες |
| Γενική | φθογγολογίας | φθογγολογιών |
| Αιτιατική | φθογγολογία | φθογγολογίες |
| Κλητική | φθογγολογία | φθογγολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →