Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιλακαδημαϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου συμπλέει με τους καθιερωμένους κανόνες, τη δεοντολογία ή τις πρακτικές του ακαδημαϊκού χώρου ή που είναι υπέρ των ακαδημαϊκών θεσμών ή των μελών τους Βικιλεξικό
  2. λόγιοκαλλιτεχνική προσέγγιση που συμπλέει με τον ακαδημαϊσμό, τις συμβατικές, ακαδημαϊκές τεχνοτροπίες, χωρίς να αναζητά νέες μορφές έκφρασης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φιλακαδημαϊκός < φιλο- + ακαδημαϊκός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλακαδημαϊκόςφιλακαδημαϊκήφιλακαδημαϊκό
Γενικήφιλακαδημαϊκούφιλακαδημαϊκήςφιλακαδημαϊκού
Αιτιατικήφιλακαδημαϊκόφιλακαδημαϊκήφιλακαδημαϊκό
Κλητικήφιλακαδημαϊκέφιλακαδημαϊκήφιλακαδημαϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλακαδημαϊκοίφιλακαδημαϊκέςφιλακαδημαϊκά
Γενικήφιλακαδημαϊκώνφιλακαδημαϊκώνφιλακαδημαϊκών
Αιτιατικήφιλακαδημαϊκούςφιλακαδημαϊκέςφιλακαδημαϊκά
Κλητικήφιλακαδημαϊκοίφιλακαδημαϊκέςφιλακαδημαϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →