φιλακαδημαϊκός
•
- λόγιοπου συμπλέει με τους καθιερωμένους κανόνες, τη δεοντολογία ή τις πρακτικές του ακαδημαϊκού χώρου ή που είναι υπέρ των ακαδημαϊκών θεσμών ή των μελών τους Βικιλεξικό
- λόγιοκαλλιτεχνική προσέγγιση που συμπλέει με τον ακαδημαϊσμό, τις συμβατικές, ακαδημαϊκές τεχνοτροπίες, χωρίς να αναζητά νέες μορφές έκφρασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιλακαδημαϊκός < φιλο- + ακαδημαϊκός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλακαδημαϊκός | φιλακαδημαϊκή | φιλακαδημαϊκό |
| Γενική | φιλακαδημαϊκού | φιλακαδημαϊκής | φιλακαδημαϊκού |
| Αιτιατική | φιλακαδημαϊκό | φιλακαδημαϊκή | φιλακαδημαϊκό |
| Κλητική | φιλακαδημαϊκέ | φιλακαδημαϊκή | φιλακαδημαϊκό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλακαδημαϊκοί | φιλακαδημαϊκές | φιλακαδημαϊκά |
| Γενική | φιλακαδημαϊκών | φιλακαδημαϊκών | φιλακαδημαϊκών |
| Αιτιατική | φιλακαδημαϊκούς | φιλακαδημαϊκές | φιλακαδημαϊκά |
| Κλητική | φιλακαδημαϊκοί | φιλακαδημαϊκές | φιλακαδημαϊκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →