Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιλεκπαιδευτικός

/fi.lek.pe.ðe.ftiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται ή ιδρύεται από αγάπη για την εκπαίδευση Βικιλεξικό
    • Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος
    • Φιλεκπαιδευτική προσπάθεια
  2. που υποστηρίζει την εκπαίδευση και την προωθεί Βικιλεξικό
    • Οι Έλληνες λογίζονται φιλεκπαιδευτικός λαός. Είτε λόγω της αρχαιοελληνικής παράδοσης, είτε λόγω της γεωγραφικής θέσης και του γεωγραφικού αναγλύφου, είτε λόγω της ιδιαιτερότητας της ελληνικής γλώσσας η οποία επί Ελληνιστικών χρόνων ήταν η κυρίαρχη γλώσσα του δυτικού κόσμου, η λαϊκή σοφία έχει αποκρυσταλλωμένη άποψη υπέρ του σχολείου. (*)

Ετυμολογία

φιλεκπαιδευτικός < φιλ- + εκπαιδευτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλεκπαιδευτικόςφιλεκπαιδευτικήφιλεκπαιδευτικό
Γενικήφιλεκπαιδευτικούφιλεκπαιδευτικήςφιλεκπαιδευτικού
Αιτιατικήφιλεκπαιδευτικόφιλεκπαιδευτικήφιλεκπαιδευτικό
Κλητικήφιλεκπαιδευτικέφιλεκπαιδευτικήφιλεκπαιδευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλεκπαιδευτικοίφιλεκπαιδευτικέςφιλεκπαιδευτικά
Γενικήφιλεκπαιδευτικώνφιλεκπαιδευτικώνφιλεκπαιδευτικών
Αιτιατικήφιλεκπαιδευτικούςφιλεκπαιδευτικέςφιλεκπαιδευτικά
Κλητικήφιλεκπαιδευτικοίφιλεκπαιδευτικέςφιλεκπαιδευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →