φιλεκπαιδευτικός
•
- που γίνεται ή ιδρύεται από αγάπη για την εκπαίδευση Βικιλεξικό
- Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος
- Φιλεκπαιδευτική προσπάθεια
- που υποστηρίζει την εκπαίδευση και την προωθεί Βικιλεξικό
- Οι Έλληνες λογίζονται φιλεκπαιδευτικός λαός. Είτε λόγω της αρχαιοελληνικής παράδοσης, είτε λόγω της γεωγραφικής θέσης και του γεωγραφικού αναγλύφου, είτε λόγω της ιδιαιτερότητας της ελληνικής γλώσσας η οποία επί Ελληνιστικών χρόνων ήταν η κυρίαρχη γλώσσα του δυτικού κόσμου, η λαϊκή σοφία έχει αποκρυσταλλωμένη άποψη υπέρ του σχολείου. (*)
Ετυμολογία
φιλεκπαιδευτικός < φιλ- + εκπαιδευτικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλεκπαιδευτικός | φιλεκπαιδευτική | φιλεκπαιδευτικό |
| Γενική | φιλεκπαιδευτικού | φιλεκπαιδευτικής | φιλεκπαιδευτικού |
| Αιτιατική | φιλεκπαιδευτικό | φιλεκπαιδευτική | φιλεκπαιδευτικό |
| Κλητική | φιλεκπαιδευτικέ | φιλεκπαιδευτική | φιλεκπαιδευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλεκπαιδευτικοί | φιλεκπαιδευτικές | φιλεκπαιδευτικά |
| Γενική | φιλεκπαιδευτικών | φιλεκπαιδευτικών | φιλεκπαιδευτικών |
| Αιτιατική | φιλεκπαιδευτικούς | φιλεκπαιδευτικές | φιλεκπαιδευτικά |
| Κλητική | φιλεκπαιδευτικοί | φιλεκπαιδευτικές | φιλεκπαιδευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →