Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιλεύω

/fiˈle.vo/ρήμα
•
  1. κερνάω φαγητό που έχω ετοιμάσει συνήθως στο σπίτι μου, χωρίς πολυτέλειες και κατά κανόνα όχι σε ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες Βικιλεξικό
    • Πέρνα μέσα να σε φιλέψω ένα γλυκό! (ή ένα κρασάκι ή ένα μεζεδάκι)
    • ...ένα φεγγάρι είχαμε κάνει και λίγο παρέα. Τον είχα φιλέψει μάλιστα σπίτι μου, όπου λόγω καλοκαιριού υπήρχε και επιδόρπιο, το λεγόμενο χουσάφι. (Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη, Έξι φορές η τύχη: μυθιστόρημα, εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, σελ. 74)

Ετυμολογία

φιλεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική *φιλεύω (δείτε φιλεύγω). < αρχαία ελληνική φίλ(ος + -εύω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςφιλεύωφιλεύειςφιλεύειφιλεύουμεφιλεύετεφιλεύουν / φιλεύουνε
Παρατατικόςφίλευαφίλευεςφίλευεφιλεύαμεφιλεύατεφίλευαν / φιλεύαν / φιλεύανε
Αόριστοςφίλεψαφίλεψεςφίλεψεφιλέψαμεφιλέψατεφίλεψαν / φιλέψαν / φιλέψανε
Μέλλονταςθα φιλέψω / θα φιλεύωθα φιλέψεις / θα φιλεύειςθα φιλέψει / θα φιλεύειθα φιλέψουμε / θα φιλεύουμεθα φιλέψετε / θα φιλεύετεθα φιλέψουν / θα φιλέψουνε / θα φιλεύουν / θα φιλεύουνε
Παρακείμενοςέχω φιλέψειέχεις φιλέψειέχει φιλέψειέχουμε φιλέψει——
Υπερσυντέλικοςείχα φιλέψειείχες φιλέψειείχε φιλέψει———
Υποτακτικήνα έχω φιλέψει / να φιλέψω / να φιλεύωνα έχεις φιλέψει / να φιλέψεις / να φιλεύειςνα έχει φιλέψει / να φιλέψει / να φιλεύεινα έχουμε φιλέψει / να φιλέψουμε / να φιλεύουμενα φιλέψετε / να φιλεύετενα φιλέψουν / να φιλέψουνε / να φιλεύουν / να φιλεύουνε
Προστακτική—φίλευε / φίλεψε——φιλέψτε / φιλεύετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

φιλεύτηκαφιλεύομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →