φιλμ
•
- λεπτό και εύκαμπτο πλαστικό ειδικά επεξεργασμένο για να αποτυπώνει εικόνες για φωτογράφηση ή κινηματογράφηση Βικιλεξικό
- Το φιλμ κάηκε και δεν μπορούν να εμφανιστούν οι φωτογραφίες.
- κινηματογράφοςκινηματογραφική ταινία Βικιλεξικό
- συνθετική μεμβράνη Βικιλεξικό
- λεπτή στρώση ρευστού υλικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιλμ < απροσάρμοστο λόγιο δάνειο από την αγγλική film < αγγλοσαξονική filmen (μεμβράνη, δέρμα) < πρωτογερμανική *filmīn < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pél-mo- δέρμα, μεμβράνη < *pel- (καλύπτω, δέρμα)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →