φιλμικός
•
- που έχει σχέση με το φιλμ, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιλμικός < φιλμ + -ικός < αγγλική film < μέση αγγλική filme < αγγλοσαξονικά filmen < πρωτογερμανική *filminją (δέρμα, μεμβράνη) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pélno-mo (μεμβράνη) < *pel- (καλύπτω, δέρμα)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλμικός | φιλμική | φιλμικό |
| Γενική | φιλμικού | φιλμικής | φιλμικού |
| Αιτιατική | φιλμικό | φιλμική | φιλμικό |
| Κλητική | φιλμικέ | φιλμική | φιλμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλμικοί | φιλμικές | φιλμικά |
| Γενική | φιλμικών | φιλμικών | φιλμικών |
| Αιτιατική | φιλμικούς | φιλμικές | φιλμικά |
| Κλητική | φιλμικοί | φιλμικές | φιλμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →