Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιλμικός

/fil.miˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το φιλμ, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φιλμικός < φιλμ + -ικός < αγγλική film < μέση αγγλική filme < αγγλοσαξονικά filmen < πρωτογερμανική *filminją (δέρμα, μεμβράνη) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pélno-mo (μεμβράνη) < *pel- (καλύπτω, δέρμα)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλμικόςφιλμικήφιλμικό
Γενικήφιλμικούφιλμικήςφιλμικού
Αιτιατικήφιλμικόφιλμικήφιλμικό
Κλητικήφιλμικέφιλμικήφιλμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλμικοίφιλμικέςφιλμικά
Γενικήφιλμικώνφιλμικώνφιλμικών
Αιτιατικήφιλμικούςφιλμικέςφιλμικά
Κλητικήφιλμικοίφιλμικέςφιλμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →