Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιλομνημονιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι υπέρμαχος του μνημονίου ή της κατάστασης που αυτό συνεπάγεται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φιλομνημονιακός < φιλο- + μνημονιακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλομνημονιακόςφιλομνημονιακήφιλομνημονιακό
Γενικήφιλομνημονιακούφιλομνημονιακήςφιλομνημονιακού
Αιτιατικήφιλομνημονιακόφιλομνημονιακήφιλομνημονιακό
Κλητικήφιλομνημονιακέφιλομνημονιακήφιλομνημονιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλομνημονιακοίφιλομνημονιακέςφιλομνημονιακά
Γενικήφιλομνημονιακώνφιλομνημονιακώνφιλομνημονιακών
Αιτιατικήφιλομνημονιακούςφιλομνημονιακέςφιλομνημονιακά
Κλητικήφιλομνημονιακοίφιλομνημονιακέςφιλομνημονιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →