φιλονικῶ
•
- πολυτονική γραφή του φιλονικώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
φιλονικώ < αρχαία ελληνική φιλονικέω / φιλονικῶ < φιλόνικος
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φιλονικώ | φιλονικείς | φιλονικεί | φιλονικούμε | φιλονικείτε | φιλονικούν / φιλονικούνε |
| Παρατατικός | φιλονικούσα | φιλονικούσες | φιλονικούσε | φιλονικούσαμε | φιλονικούσατε | φιλονικούσαν / φιλονικούσανε |
| Αόριστος | φιλονίκησα | φιλονίκησες | φιλονίκησε | φιλονικήσαμε | φιλονικήσατε | φιλονίκησαν / φιλονικήσαν / φιλονικήσανε |
| Μέλλοντας | θα φιλονικήσω / θα φιλονικώ | θα φιλονικήσεις / θα φιλονικείς | θα φιλονικήσει / θα φιλονικεί | θα φιλονικήσουμε / θα φιλονικούμε | θα φιλονικήσετε / θα φιλονικείτε | θα φιλονικήσουν / θα φιλονικήσουνε / θα φιλονικούν / θα φιλονικούνε |
| Παρακείμενος | έχω φιλονικήσει | έχεις φιλονικήσει | έχει φιλονικήσει | έχουμε φιλονικήσει | έχετε φιλονικήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φιλονικήσει | είχες φιλονικήσει | είχε φιλονικήσει | είχαμε φιλονικήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φιλονικήσει / να φιλονικήσω / να φιλονικώ | να έχεις φιλονικήσει / να φιλονικήσεις / να φιλονικείς | να έχει φιλονικήσει / να φιλονικήσει / να φιλονικεί | να έχουμε φιλονικήσει / να φιλονικήσουμε / να φιλονικούμε | να έχετε φιλονικήσει / να φιλονικήσετε / να φιλονικείτε | να φιλονικήσουν / να φιλονικήσουνε / να φιλονικούν / να φιλονικούνε |
| Προστακτική | — | φιλονίκει / φιλονίκησε | — | — | φιλονικήστε / φιλονικείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →