φιλόνικος
•
- που του αρέσει να νικά πάντα και παντού, να πρωτεύει, να φιλονικεί, να ερίζει, ο φίλερις, ο εριστικός, ο πεισματάρης και ισχυρογνώμων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιλόνικος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φιλόνικος / φιλόνεικος < φιλό-0 + νεῖκος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλόνικος | φιλόνικη | φιλόνικο |
| Γενική | φιλόνικου | φιλόνικης | φιλόνικου |
| Αιτιατική | φιλόνικο | φιλόνικη | φιλόνικο |
| Κλητική | φιλόνικε | φιλόνικη | φιλόνικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλόνικοι | φιλόνικες | φιλόνικα |
| Γενική | φιλόνικων | φιλόνικων | φιλόνικων |
| Αιτιατική | φιλόνικους | φιλόνικες | φιλόνικα |
| Κλητική | φιλόνικοι | φιλόνικες | φιλόνικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →