φλάσκα
•
- αδειασμένη ξερή κολοκύθα που χρησιμοποιείται σαν δοχείο για κρασί ή νερό Βικιλεξικό
- Όλη τη νύχτα, η φλάσκα με το τσίπουρο πάγωνε στο νερό. (Μ. Καραγάτσης Με τον Καραβέλη στον Όλυμπο (1935) [διήγημα])
- λαχανικόμελιτζάνα φλάσκα είδος μελιτζάνας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φλάσκα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φλάσκα, μεγεθυντικό του φλασκίν / φλασκίον, ή φλασκ(ί) + μεγεθυντικό επίθημα -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φλάσκα | φλάσκες |
| Γενική | φλάσκας | φλασκών |
| Αιτιατική | φλάσκα | φλάσκες |
| Κλητική | φλάσκα | φλάσκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →