φλασκί
•
- δοχείο για υγρά (νερό, κρασί, κ.ά.) φτιαγμένο από πηλό, ξύλο, αποξηραμένη νεροκολοκύθα ή γιδοτόμαρο, και σχετικά μικρό για εύκολη μεταφορά Βικιλεξικό
- μικρή μεταλλική φιάλη για οινοπνευματώδη ποτά, με καμπύλο σχήμα για να χωρά στην πίσω τσέπη του παντελονιού Βικιλεξικό
- Ο φίλος μου είχε ένα φλασκί με ουίσκι, το παίρνω και πίνω. (Περιοδικό Schooligans (Αθήνα), τχ. 16, Νοέμβριος 2009, σελ. 20)
- φυτόο καρπός της νεροκολοκυθιάς, της φλασκιάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φλασκί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φλασκί(ν), φλασκίον, υποκοριστικό του φλάσκα/φλάσκη < μεσαιωνική λατινική flasca < πρωτογερμανική *flaskǭ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φλασκί | φλασκιά |
| Γενική | φλασκιού | φλασκιών |
| Αιτιατική | φλασκί | φλασκιά |
| Κλητική | φλασκί | φλασκιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →