φλέγομαι
•
- καίγομαι Βικιλεξικό
- το κτίριο φλεγόταν, ενώ σε λίγο έπεσε ολόκληρο
- μεταφορικάείμαι πολύ ζεστός Βικιλεξικό
- το κέντρο της πόλης φλέγεται κάθε φορά που ανεβαίνει η θερμοκρασία
- μεταφορικάκατέχομαι από έντονο συναίσθημα Βικιλεξικό
- σε λίγο κλείνει τα δεκαοχτώ και φλέγεται να μπει στην ενήλικη ζωή
- η ψυχή τους φλεγόταν από μία και μόνη έντονη επιθυμία
- συνεκδοχικάθυμώνω εύκολα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φλέγομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φλέγω ή φλέγομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →