φλαμούρι
•
- φυτότίλιο, το άνθος της φλαμουριάς Βικιλεξικό
- ποτότο αφέψημα που φτιάχνεται από το άνθος αυτό Βικιλεξικό
- δέντροτο δέντρο φλαμουριά Βικιλεξικό
- η ξυλεία που παράγεται απ' το δέντρο αυτό, το ξύλο της φλαμουριάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φλαμούρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική *φλαμούρι(ο)ν ή υποκοριστικό του μεσαιωνικού φλάμμουρον με ανομοίωση [l] [l] flamul- > [l] [ɾ] flamuɾ- < φλάμμουλον (πολεμική σημαία) < ελληνιστική κοινή φλάμμουλα (θηλυκό, αναρριχητικό φυτό) < λατινική flammula, υποκοριστικό του flamma. : Για το συσχετισμό του φλαμουριού (όρου της βοτανικής) με την πολεμική σημαία (μεσαιωνική σημασία) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) και δείτε το οθωμανικό فلامور στο αγγλικό Βικιλεξικό : Δείτε και φλάμπουρο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φλαμούρι | φλαμούρια |
| Γενική | φλαμουριού | φλαμουριών |
| Αιτιατική | φλαμούρι | φλαμούρια |
| Κλητική | φλαμούρι | φλαμούρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →