Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φλαμούρι

/flaˈmu.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φυτότίλιο, το άνθος της φλαμουριάς Βικιλεξικό
  2. ποτότο αφέψημα που φτιάχνεται από το άνθος αυτό Βικιλεξικό
  3. δέντροτο δέντρο φλαμουριά Βικιλεξικό
  4. η ξυλεία που παράγεται απ' το δέντρο αυτό, το ξύλο της φλαμουριάς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φλαμούρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική *φλαμούρι(ο)ν ή υποκοριστικό του μεσαιωνικού φλάμμουρον με ανομοίωση [l] [l] flamul- > [l] [ɾ] flamuɾ- < φλάμμουλον (πολεμική σημαία) < ελληνιστική κοινή φλάμμουλα (θηλυκό, αναρριχητικό φυτό) < λατινική flammula, υποκοριστικό του flamma. : Για το συσχετισμό του φλαμουριού (όρου της βοτανικής) με την πολεμική σημαία (μεσαιωνική σημασία) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) και δείτε το οθωμανικό فلامور στο αγγλικό Βικιλεξικό : Δείτε και φλάμπουρο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφλαμούριφλαμούρια
Γενικήφλαμουριούφλαμουριών
Αιτιατικήφλαμούριφλαμούρια
Κλητικήφλαμούριφλαμούρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →