Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φλαμουριά

/fla.muɾˈʝa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δέντροτου είδους Φιλύρα η γναφαλώδης ή αργυρόφυλλος / Tilia tomentosa ή alba ή argentea που παράγει το άνθος φλαμούρι από τα οποίο παράγεται το αφέψημα τίλιο Βικιλεξικό
    • Στη βρύση τη βουνίσια σιμά είν’ η φλαμουριά, / στον ίσκιο της καθόμουν να ονειρευτώ συχνά.
    • στους λόφους του Βοσπόρου δεν υπάρχουν ελιές, ενώ τα κωνοφόρα είναι λιγοστά. Τους σκεπάζει ένα πυκνό χαλί από δέντρα όλων των ειδών. Βελανιδιές, καστανιές, συκιές, οξιές, λεύκες, μανόλιες, φτελιές, και φλαμουριές σκεπάζουν τους λόφους και τις κοιλάδες φτάνοντας μέχρι το νερό (Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Κωνσταντινούπολη. Η πόλη των απόντων, εκδ. Πατάκης, 2016)

Ετυμολογία

φλαμουριά < φλαμούρ(ι) + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφλαμουριάφλαμουριές
Γενικήφλαμουριάςφλαμουριών
Αιτιατικήφλαμουριάφλαμουριές
Κλητικήφλαμουριάφλαμουριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →