Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φλογίτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υποκοριστικό του φλόγα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φλογίτσα < φλόγα + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφλογίτσαφλογίτσες
Γενικήφλογίτσας—
Αιτιατικήφλογίτσαφλογίτσες
Κλητικήφλογίτσαφλογίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →