Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φλογωτός

/flo.ɣoˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέδια με φλόγες Βικιλεξικό
    • Προτομὴ χαλκῆ σατυρίσκου, ὄπισθεν κενή, προσεκολλᾶτο δέ που πάλαι. Φορεῖ κράνος, οὖ ἡ κορυφὴ εἶναι φλογωτὸς τροχός, τὸ δὲ λοιπὸν ὠς ἐκτενισμένη κόμη, δὶς ἐζωσμένη διὰ συγκεκλωσμένων «σχοινίων», πρῶτον μὲν περὶ τὴν κορυφὴν καὶ δεύτερον χαμηλότερον, ὅπου προβάλλεται τὸ γεῖσον.
    • Eπιτύμβιο άγαλμα λιονταριού. Kατασχέθηκε στο Mαρκόπουλο, Aττική. Συμπληρώθηκε η ουρά και το άκρο αριστερό πίσω πόδι μαζί με τμήμα της πλίνθου. Το ζώο παριστάνεται κινούμενο προς τα δεξιά πάνω σε συμφυή πλίνθο. Ως φύλακας του τάφου έχει την κεφαλή στραμμένη εμπρός και ανοίγει απειλητικά το στόμα. Xαρακτηριστική είναι η φλογωτή χαίτη και η απότομη λέπτυνση του ορθωμένου πίσω μέρους του σώματος.
    • Προσπάθεια σίγουρα απαιτητική και καθ’ όλα επαινετή – από την πρώτη στιγμή κερδίζουν τον αναγνώστη οι απεικονίσεις των κτιρίων και των ποικιλώνυμων μνημείων, που έτσι όπως εμφανίζονται μπροστά μας δημιουργούν μια καλειδοσκοπική αλληλουχία ρυθμών και ύφους, ξυπνώντας μια θολή ανάμνηση από γεγονότα δραματικά που χάνονται στην αχλύ της ιστορίας: […] η είσοδος του Αρχαιολογικού Μουσείου, γοτθικού ρυθμού, με πλούσιο οξυκόρυφο φλογωτό περιθύρωμα και ορθογώνιο πλαίσιο διακοσμημένο με ανθέμια.

Ετυμολογία

φλογωτός < φλόγ(α) + -ωτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφλογωτόςφλογωτήφλογωτό
Γενικήφλογωτούφλογωτήςφλογωτού
Αιτιατικήφλογωτόφλογωτήφλογωτό
Κλητικήφλογωτέφλογωτήφλογωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφλογωτοίφλογωτέςφλογωτά
Γενικήφλογωτώνφλογωτώνφλογωτών
Αιτιατικήφλογωτούςφλογωτέςφλογωτά
Κλητικήφλογωτοίφλογωτέςφλογωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →